ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΦΛΩΡΟΣ (1930-2026)

Η Ελληνική Μουσικολογική Εταιρεία με βαθιά θλίψη ανακοινώνει την εκδημία του επίτιμου μέλους της, διακεκριμένου μουσικολόγου Κωνσταντίνου Φλώρου, μιας εξέχουσας προσωπικότητας στον χώρο της ευρωπαϊκής και βυζαντινής μουσικολογίας. Ο Κωνσταντίνος Φλώρος, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου του Αμβούργου, ήταν μια σπάνια περίπτωση αφοσιωμένου μελετητή που συνδύαζε ευρυμάθεια, επιστημονικό ήθος, εύρος ερευνητικών πεδίων και πρωτότυπες διεπιστημονικές προσεγγίσεις που συνδύαζαν τις αλληλεπιδράσεις διαφορετικών μουσικών παραδόσεων.

Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, στις 4 Ιανουαρίου 1930, ήταν γιος του Επαμεινώνδα Φλώρου (1892-1966), ιδρυτή του πρώτου ιδιωτικού ωδείου της Θεσσαλονίκης το 1926 με την επωνυμία «Μακεδονική Μουσική Σχολή» που μετονομάστηκε το 1927 σε «Μακεδονικόν Ωδείον». Το οικογενειακό του περιβάλλον συνέβαλε καθοριστικά στη μουσική του παιδεία, αλλά ο Κωνσταντίνος Φλώρος δεν περιορίστηκε μόνο στη μουσική εκπαίδευση. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης (1947-1951) και συνέχισε στην Ακαδημία Μουσικής της Βιέννης, όπου σπούδασε σύνθεση και διεύθυνση ορχήστρας, ολοκληρώνοντας και τις δύο κατευθύνσεις το 1953. Παράλληλα σπούδασε μουσικολογία με τον Erich Schenk στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, ιστορία της τέχνης και φιλοσοφία. Το 1955 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Διδάκτορα για τη διατριβή του με θέμα Ο Κάρλο Αντόνιο Καμπιόνι ως συνθέτης ενόργανης μουσικής (Carlo Antonio Campioni als Instrumentalkomponist, Diss. phil., Universität Wien, 1955, δακτυλογραφημένη) που ολοκλήρωσε στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Συνέχισε τις μουσικολογικές του έρευνες υπό τον Heinrich Husmann στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου (1957-1960), όπου κατέθεσε το 1961 την Υφηγεσία του στη μουσικολογία με εργασία για το βυζαντινό κοντάκιο (Das mittelbyzantinische Kontakienrepertoire: Untersuchungen und kritische Edition, Habilitationsschrift, Universität Hamburg, 1961). Το 1967 έγινε έκτακτος καθηγητής, το 1972 καθηγητής και πρόεδρος του Ινστιτούτου Μουσικολογίας του Αμβούργου, και το 1995 ομότιμος καθηγητής στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Εις ένδειξη αναγνώρισης του πολύπλευρου έργου του, τα Τμήματα Μουσικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (1998) και του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (2004) τον αναγόρευσαν σε επίτιμο διδάκτορα (Doctor honoris causa).

Οι μουσικολογικές του έρευνες, που εστιάστηκαν αφενός στη βυζαντινή μουσική με την ιδιότητα ενός έλληνα μελετητή και γνώστη της γλώσσας και της παράδοσης και αφετέρου στο ευρύτατο και απαιτητικό δυτικοευρωπαϊκό μουσικό ρεπερτόριο, ήταν ένα σπάνιος και πολύτιμος συνδυασμός για τη μουσικολογική του ταυτότητα. Ο Κωνσταντίνος Φλώρος διακρίθηκε, μεταξύ άλλων, για το βαρυσήμαντο τρίτομο έργο του Universale Neumenkunde (Παγκόσμια νευματική επιστήμη) που κυκλοφόρησε το 1970 από τον γερμανικό μουσικό οίκο Bärenreiter και σε επίτομη συνοπτική μορφή με τον τίτλο Einführung in die Neumenkunde (Heinrichshofen Verlag, Wilhelmshaven 1980, σε ελληνική μετάφραση ως Εισαγωγή στη νευματική επιστήμη, 1998)· μελέτες που αποκωδικοποιούν τις αρχαιότερες βυζαντινές και σλαβικές μουσικές σημειογραφίες και αποδεικνύουν τις κρυφές σχέσεις ανάμεσα στην παλαιοβυζαντινή γραφή και το γρηγοριανό μέλος, ανοίγοντας κατά συνέπεια νέους ορίζοντες στο πεδίο έρευνας της μεσαιωνικής μουσικής. Μέσα από τη διεπιστημονική προσέγγιση του μουσικού φαινομένου και τη σύνδεση της μουσικολογικής επιστήμης με νέες μεθοδολογικές αναζητήσεις στον χώρο των ανθρωπιστικών επιστημών, ο Κωνσταντίνος Φλώρος αφοσιώθηκε κατά την πολύχρονη έρευνά του στη μουσική του 18ου, 19ου και 20ού αιώνα· έρευνα που αποτυπώθηκε σε πολλά άρθρα και σε περισσότερες από 30 εκδόσεις. Αρκετές από τις μελέτες του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, όπως στην ελληνική, την αγγλική, τη γαλλική, τη ρωσική, τη βουλγαρική, την πολωνική, την ισπανική, την κινεζική και την ιαπωνική γλώσσα, γεγονός που επιβεβαιώνει την απήχηση, τη διάχυση και την αποδοχή του έργου του στο διεθνές μουσικολογικό στερέωμα.

Μία σύντομη αναφορά σε επιλεγμένα έργα μπορεί να συμπληρώσει την εικόνα του πολυσχιδούς έργου του· ενδεικτικά αναφέρονται: η μελέτη για την Ηρωϊκή του Beethoven, οι μελέτες για τον Mozart (Mozart-Studien I. Zu Mozarts Sinfonik, Opern- und Kirchenmusik), οι μονογραφίες για τον Johannes Brahms (3 τόμοι), τον Anton Bruckner, τον Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι, τον Alban Berg (2 τόμοι), τον György Ligeti, καθώς και τα βιβλία Musik als Botschaft (Η μουσική ως μήνυμα, Wiesbaden 1985), Der Mensch, die Liebe und die Musik (Zürich – Hamburg 2000· Ο άνθρωπος, ο έρωτας και η μουσική, Νεφέλη, Αθήνα 2006) και Hören und verstehen. Die Sprache der Musik und ihre Deutung (Ακρόαση και κατανόηση. Η γλώσσα της μουσικής και η ερμηνεία της, Mainz 2008).

Η ενασχόλησή του με τον Gustav Mahler (1860-1911) άρχισε το 1977. Ο Κωνσταντίνος Φλώρος ολοκλήρωσε πέντε τόμους που ερευνούν και αναλύουν ενδελεχώς το έργο και την προσωπικότητα του συνθέτη: α) την τρίτομη έκδοση Gustav Mahler (3 Bände, Breitkopf & Härtel Verlag, Wiesbaden 1977-1985), μια εξειδικευμένη μελέτη των συμφωνιών του, β) τη μονογραφία Gustav Mahler, οραματιστής και δυνάστης: Προσωπογραφία μιας προσωπικότητας, που εξετάζει κυρίως στο δεύτερο μέρος τα τραγούδια του (Lieder), και γ) τον τόμο με τον τίτλο Gustav Mahler, που εκδόθηκε στο Μόναχο από τον εκδοτικό οίκο Beck το 2010.

Η πολυδιάστατη προσωπικότητα του Gustav Mahler, ο πνευματικός κόσμος και η σημασιολογία της μουσικής του απασχόλησαν επί μακρόν τον συγγραφέα, ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια στη Βιέννη. Η γερμανική έκδοση της μονογραφίας Gustav Mahler, οραματιστής και δυνάστης του 1998 κάλυψε ένα κενό στην εξαιρετικά εκτενή βιβλιογραφία για τον Mahler. Στόχος του συγγραφέα ήταν να αποτυπώσει κατά το δυνατόν τα κίνητρα, τις αποχρώσεις και τις εκφάνσεις της προσωπικότητας και του ψυχισμού του συνθέτη Mahler· κινούμενος υπό το πρίσμα της αντιφατικότητας αλλά και της δυαδικής υπόστασης του «οραματιστή» και του «δυνάστη», ο συγγραφέας επιχείρησε να ανιχνεύσει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ανθρώπου Mahler και να ερμηνεύσει αντίστοιχα τις ιδιαιτερότητες του συνθετικού του ιδιώματος. Η πρωτότυπη διασύνδεση προσωπικότητας και έργου μέσα από τις γραπτές πηγές και τα τεκμήρια της εποχής του στηρίχτηκε σε αδημοσίευτα στοιχεία (πρωτίστως σε επιστολές και βιβλία σχεδιασμάτων του Mahler) και παρουσίασε ψηφιδωτά τις επιμέρους παραμέτρους, όπως τα υπαρξιακά και θρησκευτικά ερωτήματα, την οξυθυμία και την ευσπλαχνία για τον ανθρώπινο πόνο, την τραγική ειρωνεία και την αμφιθυμία, το χιούμορ αλλά και τον σαρκασμό. Η προσέγγιση και ανάλυση των μεμονωμένων έργων ή αποσπασμάτων του Mahler συνδέεται και με την «περί ύφους θεωρία» του και θεμελιώνεται επίσης σε θεωρητικά δοκίμια της εποχής που πραγματεύονται τις έννοιες του «ωραίου και του υψηλού, του συναισθηματικού, του τραγικού και του χιουμοριστικού-ειρωνικού καλλιτεχνικού ύφους». Ο συγγραφέας διαφωτίζει την θρησκευτικότητα και τη μυστικιστική προδιάθεση του Mahler και επεξηγεί επίσης τους υπαινικτικούς μουσικούς συμβολισμούς στις δημιουργίες του.

Για την προσφορά του στην έρευνα του έργου του Mahler, η Διεθνής Εταιρεία Gustav Mahler της Βιέννης (Internationale Gustav Mahler Gesellschaft) τού απένειμε στις 7 Μαρτίου 2010 το Χρυσό Μετάλλιο Mahler εις ένδειξη αναγνώρισης του έργου του. Ο Κωνσταντίνος Φλώρος ήταν επίσης μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών, επίτιμος πρόεδρος της Ένωσης Gustav Mahler του Αμβούργου και επίτιμο μέλος πολλών ιδρυμάτων και μουσικολογικών συλλόγων στην Ευρώπη και στις Η.Π.Α. Υπήρξε συνεπιμελητής του μουσικολογικού περιοδικού Hamburger Jahrbuch für Musikwissenschaft, ενώ το 1988 ίδρυσε και ανέλαβε τη διεύθυνση της Gustav Mahler Vereinigung στο Αμβούργο. Το 1992 εκλέχθηκε μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της Ερφούρτης και το 1999 ανακηρύχθηκε επίτιμο μέλος του συνδέσμου Richard Wagner-Verband.

Η Ελληνική Μουσικολογική Εταιρεία αποχαιρετά με βαθιά συγκίνηση και ευγνωμοσύνη τον κορυφαίο και διεθνώς αναγνωρισμένο μουσικολόγο Κωνσταντίνο Φλώρο, τον πανεπιστημιακό δάσκαλο και μελετητή, ο οποίος στήριξε τις προσπάθειες της ελληνικής μουσικολογίας και υπήρξε πάντα διαθέσιμος για οποιαδήποτε συμβουλή, γόνιμη συζήτηση και εγκάρδια επικοινωνία. Η ελληνική ακαδημαϊκή μουσικολογική κοινότητα είναι βέβαιο ότι θα διατηρήσει τη μνήμη του ζωντανή και θα μεταδώσει το πνεύμα του στις νεώτερες γενιές μέσα από το πολυσχιδές έργο του.

Εύη Νίκα-Σαμψών,

Πρόεδρος Ελληνικής Μουσικολογικής Εταιρείας

Ομότιμη Καθηγήτρια Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Δημοσιεύθηκε στην Ανακοινώσεις. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.